Ο πατέρας ο δικός μου ήτανε φτωχός.
Ήταν άνθρωπος του μόχθου, του αγώνα του σκληρού.
Ήταν ένας ανθρωπάκος. Ανθρωπάκος του Θεού.
Ο πατέρας μου ναι, ναι.
Τον θυμάμαι τον πατέρα, πάντα σιωπηλός,
να δουλεύει μέρα, νύχτα, με τον ήλιο, την βροχή,
όπου νά 'ναι, κι΄ότι να ΄ναι, να του βγαίνει η ψυχή.
Ο πατέρας μου ναι, ναι.
Ο καημένος ο πατέρας, πάντα βιαστικός,
μια ζωή, μέσα στους δρόμους, πότ' εδώ, και πότ' εκεί,
περπατούσε, και κοιτούσε, από που να κρατηθεί.
Ο πατέρας μου ναι, ναι.
Δεν θυμάμαι τον πατέρα γελαστόν, ποτέ.
Με το άγχος, με την θλίψη, με την πίκρα συντροφιά,
τον θυμάμαι τον πατέρα,έτσι, σαν μια ζωγραφιά.
Ο πατέρας μου ναι, ναι.
Ο καλός μου ο πατέρας δεν υπάρχει πια.
Έφυγε απ' την ζωή μας, έφυγε οριστικά,
έγινε λαμπρό αστέρι και φωτίζει από ψιλά.
Ο πατέρας μου ναι, ναι.
Τον φτωχό μου τον πατέρα, τον ευχαριστώ,
που με έφερε στον κόσμο, που εφρόντησε να ζω,
που με στέριωσε στα πόδια, και μπορώ να περπατώ.
Ο πατέρας μου ναι, ναι.
ΠΕΛ. ΠΑΝ. ΚΑΤΣΟΥΡΑΣ